Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

Η Σονάτα του σεληνόφωτος..

 Ἡ σονάτα τοῦ σεληνόφωτος

Ἀνοιξιάτικο βράδι. Μεγάλο δωμάτιο παλιοῦ σπιτιοῦ. Μιὰ ἡλικιωμένη γυναίκα ντυμένη στὰ μαῦρα μιλάει σ᾿ ἕναν νέο. Δὲν ἔχουν ἀνάψει φῶς. Ἀπ᾿ τὰ δυὸ παράθυρα μπαίνει ἕνα ἀμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα νὰ πῶ ὅτι ἡ γυναίκα μὲ τὰ μαῦρα ἔχει ἐκδώσει δυό-τρεῖς ἐνδιαφέρουσες ποιητικὲς συλλογὲς θρησκευτικῆς πνοῆς. Λοιπόν, ἡ Γυναίκα μὲ τὰ μαῦρα μιλάει στὸν νέο.
Ἄφησέ με ναρθῶ μαζί σου. Τί φεγγάρι ἀπόψε! Εἶναι καλὸ τὸ φεγγάρι, - δὲ θὰ φαίνεται ποὺ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου. Τὸ φεγγάρι θὰ κάνει πάλι χρυσὰ τὰ μαλλιά μου. Δὲ θὰ καταλάβεις. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Ὅταν ἔχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οἱ σκιὲς μὲς στὸ σπίτι, ἀόρατα χέρια τραβοῦν τὶς κουρτίνες, ἕνα δάχτυλο ἀχνὸ γράφει στὴ σκόνη τοῦ πιάνου λησμονημένα λόγια - δὲ θέλω νὰ τ᾿ ἀκούσω. Σώπα.
Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου λίγο πιὸ κάτου, ὡς τὴ μάντρα τοῦ τουβλάδικου, ὡς ἐκεῖ ποὺ στρίβει ὁ δρόμος καὶ φαίνεται ἡ πολιτεία τσιμεντένια κι ἀέρινη, ἀσβεστωμένη μὲ φεγγαρόφωτο τόσο ἀδιάφορη κι ἄϋλη, τόσο θετικὴ σὰν μεταφυσικὴ ποὺ μπορεῖς ἐπιτέλους νὰ πιστέψεις πὼς ὑπάρχεις καὶ δὲν ὑπάρχεις πὼς ποτὲ δὲν ὑπῆρξες, δὲν ὑπῆρξε ὁ χρόνος κ᾿ ἡ φθορά του. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Θὰ καθίσουμε λίγο στὸ πεζούλι, πάνω στὸ ὕψωμα, κι ὅπως θὰ μᾶς φυσάει ὁ ἀνοιξιάτικος ἀέρας μπορεῖ νὰ φαντάζουμε κιόλας πὼς θὰ πετάξουμε, γιατί, πολλὲς φορές, καὶ τώρα ἀκόμη, ἀκούω τὸ θόρυβο τοῦ φουστανιοῦ μου, σὰν τὸ θόρυβο δυὸ δυνατῶν φτερῶν ποὺ ἀνοιγοκλείνουν, κι ὅταν κλείνεσαι μέσα σ᾿ αὐτὸν τὸν ἦχο τοῦ πετάγματος νιώθεις κρουστὸ τὸ λαιμό σου, τὰ πλευρά σου, τὴ σάρκα σου, κι ἔτσι σφιγμένος μὲς στοὺς μυῶνες τοῦ γαλάζιου ἀγέρα, μέσα στὰ ρωμαλέα νεῦρα τοῦ ὕψους, δὲν ἔχει σημασία ἂν φεύγεις ἢ ἂν γυρίζεις οὔτε ἔχει σημασία ποὺ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου, δὲν εἶναι τοῦτο ἡ λύπη μου - ἡ λύπη μου εἶναι ποὺ δὲν ἀσπρίζει κ᾿ ἡ καρδιά μου. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Τὸ ξέρω πὼς καθένας μοναχὸς πορεύεται στὸν ἔρωτα, μοναχὸς στὴ δόξα καὶ στὸ θάνατο. Τὸ ξέρω. Τὸ δοκίμασα. Δὲν ὠφελεῖ. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Φορές-φορές, τὴν ὥρα ποὺ βραδιάζει, ἔχω τὴν αἴσθηση πὼς ἔξω ἀπ᾿ τὰ παράθυρα περνάει ὁ ἀρκουδιάρης μὲ τὴν γριὰ βαριά του ἀρκούδα μὲ τὸ μαλλί της ὅλο ἀγκάθια καὶ τριβόλια σηκώνοντας σκόνη στὸ συνοικιακὸ δρόμο ἕνα ἐρημικὸ σύννεφο σκόνη ποὺ θυμιάζει τὸ σούρουπο καὶ τὰ παιδιὰ ἔχουν γυρίσει σπίτια τους γιὰ τὸ δεῖπνο καὶ δὲν τ᾿ ἀφήνουν πιὰ νὰ βγοῦν ἔξω μ᾿ ὅλο ποὺ πίσω ἀπ᾿ τοὺς τοίχους μαντεύουν τὸ περπάτημα τῆς γριᾶς ἀρκούδας -κ᾿ ἡ ἀρκούδα κουρασμένη πορεύεται μὲς στὴ σοφία τῆς μοναξιᾶς της, μὴν ξέροντας γιὰ ποῦ καὶ γιατί -ἔχει βαρύνει, δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ χορεύει στὰ πισινά της πόδια δὲν μπορεῖ νὰ φοράει τὴ δαντελένια σκουφίτσα της νὰ διασκεδάζει τὰ παιδιά, τοὺς ἀργόσχολους τοὺς ἀπαιτητικοὺς καὶ τὸ μόνο ποὺ θέλει εἶναι νὰ πλαγιάσει στὸ χῶμα ἀφήνοντας νὰ τὴν πατᾶνε στὴν κοιλιά, παίζοντας ἔτσι τὸ τελευταῖο παιχνίδι της, δείχνοντας τὴν τρομερή της δύναμη γιὰ παραίτηση, τὴν ἀνυπακοή της στὰ συμφέροντα τῶν ἄλλων, στοὺς κρίκους τῶν χειλιῶν της, στὴν ἀνάγκη τῶν δοντιῶν της, τὴν ἀνυπακοή της στὸν πόνο καὶ στὴ ζωὴ μὲ τὴ σίγουρη συμμαχία τοῦ θανάτου -ἔστω κ᾿ ἑνὸς ἀργοῦ θανάτου- τὴν τελική της ἀνυπακοὴ στὸ θάνατο μὲ τὴ συνέχεια καὶ τὴ γνώση τῆς ζωῆς ποὺ ἀνηφοράει μὲ γνώση καὶ μὲ πράξη πάνω ἀπ᾿ τὴ σκλαβιά της.
Μὰ ποιὸς μπορεῖ νὰ παίξει ὡς τὸ τέλος αὐτὸ τὸ παιχνίδι; Κ᾿ ἡ ἀρκούδα σηκώνεται πάλι καὶ πορεύεται ὑπακούοντας στὸ λουρί της, στοὺς κρίκους της, στὰ δόντια της, χαμογελώντας μὲ τὰ σκισμένα χείλια της στὶς πενταροδεκάρες ποὺ τὶς ρίχνουνε τὰ ὡραῖα καὶ ἀνυποψίαστα παιδιὰ ὡραῖα ἀκριβῶς γιατί εἶναι ἀνυποψίαστα καὶ λέγοντας εὐχαριστῶ. Γιατί οἱ ἀρκοῦδες ποὺ γεράσανε τὸ μόνο ποὺ ἔμαθαν νὰ λένε εἶναι: εὐχαριστῶ, εὐχαριστῶ. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Συχνὰ πετάγομαι στὸ φαρμακεῖο ἀπέναντι γιὰ καμιὰν ἀσπιρίνη ἄλλοτε πάλι βαριέμαι καὶ μένω μὲ τὸν πονοκέφαλό μου ν᾿ ἀκούω μὲς στοὺς τοίχους τὸν κούφιο θόρυβο ποὺ κάνουν οἱ σωλῆνες τοῦ νεροῦ, ἢ ψήνω ἕναν καφέ, καί, πάντα ἀφηρημένη, ξεχνιέμαι κ᾿ ἑτοιμάζω δυὸ - ποιὸς νὰ τὸν πιεῖ τὸν ἄλλον;- ἀστεῖο ἀλήθεια, τὸν ἀφήνω στὸ περβάζι νὰ κρυώνει ἢ κάποτε πίνω καὶ τὸν δεύτερο, κοιτάζοντας ἀπ᾿ τὸ παράθυρο τὸν πράσινο γλόμπο τοῦ φαρμακείου σὰν τὸ πράσινο φῶς ἑνὸς ἀθόρυβου τραίνου ποὺ ἔρχεται νὰ μὲ πάρει μὲ τὰ μαντίλια μου, τὰ σταβοπατημένα μου παπούτσια, τὴ μαύρη τσάντα μου, τὰ ποιήματά μου, χωρὶς καθόλου βαλίτσες - τί νὰ τὶς κάνεις; - Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
«Α, φεύγεις; Καληνύχτα.» Ὄχι, δὲ θἄρθω. Καληνύχτα. Ἐγὼ θὰ βγῶ σὲ λίγο. Εὐχαριστῶ. Γιατί ἐπιτέλους, πρέπει νὰ βγῶ ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ τσακισμένο σπίτι. Πρέπει νὰ δῶ λιγάκι πολιτεία, -ὄχι, ὄχι τὸ φεγγάρι - τὴν πολιτεία μὲ τὰ ροζιασμένα χέρια της, τὴν πολιτεία τοῦ μεροκάματου, τὴν πολιτεία ποὺ ὁρκίζεται στὸ ψωμὶ καὶ στὴ γροθιά της τὴν πολιτεία ποὺ ὅλους μας ἀντέχει στὴν ράχη της μὲ τὶς μικρότητές μας, τὶς κακίες, τὶς ἔχτρες μας, μὲ τὶς φιλοδοξίες, τὴν ἄγνοιά μας καὶ τὰ γερατειά μας,-ν᾿ ἀκούσω τὰ μεγάλα βήματα τῆς πολιτείας, νὰ μὴν ἀκούω πιὰ τὰ βήματά σου μήτε τὰ βήματα τοῦ Θεοῦ, μήτε καὶ τὰ δικά μου βήματα. Καληνύχτα.

Τὸ δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πὼς κάποιο σύννεφο θἄκρυβε τὸ φεγγάρι. Μονομιᾶς, σὰν κάποιο χέρι νὰ δυνάμωσε τὸ ραδιόφωνο τοῦ γειτονικοῦ μπάρ, ἀκούστηκε μία πολὺ γνώστη μουσικὴ φράση. Καὶ τότε κατάλαβα πὼς ὅλη τούτη τὴ σκηνὴ τὴ συνόδευε χαμηλόφωνα ἡ «Σονάτα τοῦ Σεληνόφωτος», μόνο τὸ πρῶτο μέρος. Ὁ νέος θὰ κατηφορίζει τώρα μ᾿ ἕνα εἰρωνικὸ κ᾿ ἴσως συμπονετικὸ χαμόγελο στὰ καλογραμμένα χείλη του καὶ μ᾿ ἕνα συναίσθημα ἀπελευθέρωσης. Ὅταν θὰ φτάσει ἀκριβῶς στὸν Ἅη-Νικόλα, πρὶν κατεβεῖ τὴ μαρμαρίνη σκάλα, θὰ γελάσει, -ἕνα γέλιο δυνατό, ἀσυγκράτητο. Τὸ γέλιο του δὲ θ᾿ ἀκουστεῖ καθόλου ἀνάρμοστα κάτω ἀπ᾿ τὸ φεγγάρι. Ἴσως τὸ μόνο ἀνάρμοστο νἆναι τὸ ὅτι δὲν εἶναι καθόλου ἀνάρμοστο. Σὲ λίγο, ὁ Νέος θὰ σωπάσει, θὰ σοβαρευτεῖ καὶ θὰ πεῖ «Ἡ παρακμὴ μιᾶς ἐποχῆς». Ἔτσι, ὁλότελα ἥσυχος πιά, θὰ ξεκουμπώσει πάλι τὸ πουκάμισό του καὶ θὰ τραβήξει τὸ δρόμο του. Ὅσο γιὰ τὴ γυναίκα μὲ τὰ μαῦρα, δὲν ξέρω ἂν βγῆκε τελικὰ ἀπ᾿ τὸ σπίτι. Τὸ φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Καὶ στὶς γωνιὲς τοῦ δωματίου οἱ σκιὲς σφίγγονται ἀπὸ μίαν ἀβάσταχτη μετάνοια, σχεδὸν ὀργή, ὄχι τόσο γιὰ τὴ ζωὴ ὅσο γιὰ τὴν ἄχρηστη ἐξομολόγηση. Ἀκοῦτε; τὸ ραδιόφωνο συνεχίζει.
                                                        
                                                                                                                                                                      Γιάννης Ρίτσος

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014

Ανεκπλήρωτος έρωτας και απωθημένα (Μέρος Β')

  http://www.youtube.com/watch?v=XpIm566-ovM                  
                   
                   Ανεκπλήρωτος έρωτας και απωθημένα


 Απωθημένα… λέξη που φοβόμαστε μερικές φορές ακόμα και να αναφέρουμε, φοβούμενοι την καταστροφική της μανία. Σαν αγκάθι που γδέρνει, και που υπάρχει πάντα κάπου να μας πονά όσο και αν θεραπεύουμε τις πληγές. Ακόμα και αν βρεις τον έρωτα στο πρόσωπο ενός άλλου ή μιας άλλης, κάτι θα μένει πάντα να σου θυμίζει αυτό το… ανεκπλήρωτο, που θα είναι πάντα σημαντικό και ξεχωριστό.
 Σαν γραμμένα με μελάνι, κάποια πράγματα μένουν ανεξίτηλα γραμμένα μέσα μας, όπως μια αγάπη για κάποιον που δεν ειπώθηκε ποτέ, ένας έρωτας που έκαιγε αλλά δεν μας παρέδωσε ποτέ στη λαίλαπά του. Και μετά από όλα αυτά, ακόμα και αν ο έρωτας αυτός υποχωρήσει, πάντα θα υπάρχει μια τρυφερότητα, μια αδυναμία, που θα κάνει πάντα την καρδιά σου να φτερουγίζει και τον κόμπο στο στομάχι να σφίγγει στο άκουσμα του ονόματος εκείνου του ανεκπλήρωτου.
 Τα απωθημένα ζουν με την ένταση μιας μνήμης που δεν υπάρχει, μιας ανάμνησης που πήγε να δημιουργηθεί αλλά που τελικά δε γεννήθηκε ποτέ. Βασανιστικά και πάντα παρόντα μπορούν να πάρουν τελικά πολλές μορφές και να κάνουν τη ζωή σου να σταματά κάθε φορά που εμφανίζεται και πάλι η αιτία μπροστά σου. Σαν μια φωτιά που σιγοκαίει τη νύχτα και με το πρώτο φύσημα του ανέμου μπορεί να γίνει πυρκαγιά και να κατακάψει τα πάντα.
 Υπάρχουν σίγουρα πολλοί άνθρωποι που μας ενθουσιάζουν, που νομίζουμε ότι είμαστε ερωτευμένοι (ενώ δεν είμαστε, ούτε κατά διάνοια) και πολλοί που είμαστε ερωτευμένοι αλλά μετά «ξαφνικά» μας περνάει. Ώσπου να έρθει ο «ένας». Ποιος ένας; Αυτός που μόλις διάβασες την πρόταση πέρασε από το μυαλό σου κατευθείαν και έχεις ακόμα ένα τεράστιο χαμόγελο σχηματισμένο στα χείλη σου (ή κάνεις μορφασμούς γιατί έχεις χωρίσει και πονάς ακόμα). Αν ερωτευτείς κάποιον πολύ και αυτός ο έρωτας πάει «στράφι», δεν φταίνε πάντα οι άλλοι. Το μετά είναι, κυρίως, στο δικό σου χέρι. Κι όταν λέω μετά, εννοώ την περίοδο που υποτίθεται ότι ξεπερνάς αυτόν τον μεγάλο έρωτα και προχωράς. «Πεπρωμένο, φυγείν αδύνατο» λένε όλοι παρ' όλα αυτά...
 Υπάρχουν δύο βασικά είδη απωθημένου. Αυτά που δοκίμασες (έστω και λίγο ή ακόμα και πολύ) αλλά έφυγαν λίγο απότομα- άδοξα και δεν πρόλαβες να νιώσεις, να δώσεις ή να πάρεις περισσότερα. Και αυτά του απωθημένου- πλατωνικού- μονόπλευρου έρωτα. Ο έρωτας που σε κρατάει ξύπνια τα βράδια, που με ένα του χαμόγελο φτιάχνει η μέρα σου, που ακόμα και μετά από 10 μήνες που θα έχεις να τον δεις είναι σαν να τον είδες χθές. Που σου λείπει ενώ δεν είναι καν στην ζωή σου. Που ξέρεις ότι τον αγάπησες, τον αγαπάς και θα τον αγαπήσεις περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο θα μπει στη ζωή του.Αυτή είναι ίσως η χειρότερη μορφή απωθημένου.
Είναι απωθημένο, μέχρι να το δοκιμάσεις.. Όταν δοκιμάζεις κάτι που έχεις θεοποιήσει, είναι αναμενόμενο ή να είναι τόσο τέλειο όσο το φαντάστηκες ή να ξενερώσεις τόσο πολύ και να διαλύσεις ένα ιδανικό που τόσο ψηλά είχες. Αλλά ποιον κοροϊδεύουμε; Ποτέ δεν ξενερώνεις με ένα απωθημένο. Απλά σταδιακά το συναίσθημα ξεφτίζει, το πρόσωπο που ερωτεύτηκες γίνεται αδιάφορο (όχι δεν το ξεπερνάς, δεν το ξεχνάς), δεν σου λείπει τόσο, το σκέφτεσαι αραιά και που, είσαι καλά… μέχρι να το ξαναδείς. Άνθρωπος με απωθημένα που όχι μόνο δεν τα διεκδικεί αλλά τα αφήνει να παραμένουν απωθημένα, είναι εκτός από δειλός και μεγάλος βλάκας.
 Για να αλλάξει λοιπόν κάτι, χρειάζεται πρώτα να αλλάξεις εσύ.Να φροντίζεις να αποφεύγεις τις αναβολές και να υποστηρίζεις τις επιλογές σου. Έτσι θα γλιτώσεις από πολλά μελλοντικά απωθημένα, αμφιβολίες και πισωγυρίσματα. Και μην ξεχνάς.... Μη κλαις για αυτά που χάθηκαν. Δεν αξίζει! Να γελάς για όλα αυτά τα βιώματα που μένουν μέσα σου αφού ζήσεις, Είναι κομμάτια του εαυτού σου και συμβάλλουν στο να γίνεις το άτομο που προορίζεσαι να είσαι!

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

Ανεκπλήρωτος έρωτας και απωθημένα.. (Μέρος Α')

http://www.youtube.com/watch?v=HptBdEw2xgY

                            Ο ανεκπλήρωτος έρωτας
 Έχετε αναρωτηθεί ποτέ γιατί πολλοί καταπιάνονται με το θέμα του έρωτα, ενώ ο ανεκπλήρωτος έρωτας παραμένει πάντα κάπως στο σκοτάδι, στην αφάνεια; Λίγοι επιλέγουν να αναμετρηθούν μαζί του στα φανερά και να ανοίξουν τα χαρτιά τους. Ο ανεκπλήρωτος έρωτας είναι επώδυνος και πολύ προσωπικός, χωρίς ίχνος εγωισμού, με πολλή απογοήτευση όμως και μια αίσθηση ιδανικού. Εδώ βρίσκεται και η παγίδα του ανεκπλήρωτου έρωτα – δεν απομυθοποιείται ποτέ, δεν περνά δοκιμασίες, δε φθείρεται και παραμένει κάπου, να ελλοχεύει, να μας μπλέκει σε φαύλους κύκλους συναισθημάτων και σκέψεων, ονείρων και επιθυμιών που ίσως να μην έχουν καν σχέση με την πραγματικότητα, παρά μόνο τη δική μας. Αυτή που οι ίδιοι επιλέγουμε να φτιάξουμε ανάλογα με το πως θέλουμε να ζήσουμε τις στιγμές μας ή ίσως ακόμα και σε μια προσπάθεια μας να προστατευτούμε γιατί ήδη ξέρουμε ότι θα πληγωθούμε. Αυτό είναι το είδος της άμυνας που επιστρατεύουμε.
 Κάποια στιγμή όλοι οι άνθρωποι τείνουν να ερωτευτούν. Ο καθένας με τις δικές του δυνάμεις και ιδιαιτερότητες  και φυσικά μέχρι εκεί που μπορεί. Ωστόσο δε μπορεί κανείς να επιλέξει ποιον θα ερωτευτεί ή αν θα πάρει πίσω όλα αυτά που έχει να προσφέρει. Αν δηλαδή ο έρωτας του θα βρει κάποιο αντίκρυσμα...
 Ο ανεκπλήρωτος έρωτας εκφράζεται διαφορετικά από φύλο σε φύλο – φυσικά μιλώντας πάντα σε γενικές γραμμές.
 Για τους άνδρες, ο ανεκπλήρωτος έρωτας έχει να κάνει με μια χαμένη ευκαιρία, και είναι συνώνυμο μιας απογοήτευσης, γιατί ίσως δεν μπορούν να καταλάβουν τι έφταιξε για την αποτυχία και τη χαμένη κατάκτηση.
 Για τις γυναίκες ο ανεκπλήρωτος έρωτας είναι κάτι πιο βαθύ και πιο έντονο, ένα απωθημένο που πάντα θα ζει κάπου μέσα βαθιά τους, ακόμα και όταν ζουν ευτυχισμένα στο πλάι ενός νέου συντρόφου. Ο ανεκπλήρωτος έρωτας για τις γυναίκες μοιάζει περισσότερο με μια χαμένη μάχη, αλλά όχι με έναν χαμένο πόλεμο… πάντα θα περιμένουν κάπου για να τελειώσουν αυτό που άφησαν μισό. Και τότε συνήθως ή επέρχεται η πλήρης καταστροφή ή ένας πραγματικά πολύ έντονος έρωτας που θα ανεβάσει στα ουράνια και τους δυο.
 Ο έρωτας αυτός αφήνει ένα μόνιμο ερωτηματικό στην ψυχή… τι θα είχε συμβεί άραγε αν… κι αυτό το αν καίει για μέρες, μήνες, χρόνια… ίσως και πάντα. Για αυτό και ο ανεκπλήρωτος έρωτας είναι τόσο σιωπηλός και τόσο ηχηρός ταυτόχρονα, αφήνοντας χαρακιές και σημάδια στην καρδιά...