Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2013

Μονόγραμμα...


http://www.youtube.com/watch?v=j_2pyNuL0_A

  I.

Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα,
μόνος,στόν Παράδεισο


Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές
Τής παλάμης,η Μοίρα,σάν κλειδούχος
Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός

Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα
Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου.


ΙΙ.

Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τά χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τά σώματα καί οί βάρκες πού έκρουσαν γλυκά
Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τά "πίστεψέ με" και τα "μή"
Μιά στόν αέρα , μιά στή μουσική

Τα δυό μικρά ζώα,τά χέρια μας
Πού γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά τό ένα στό άλλο
Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
Καί τά κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’τίς ξερολιθιές,πίσω άπ’τούς φράχτες
Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού
Κι έτρεμες τρείς φορές τό μώβ τρείς μέρες πάνω από
τούς καταρράχτες

Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Τό ξύλινο δοκάρι καί τό τετράγωνο φαντό
Στόν τοίχο , τή Γοργόνα μέ τά ξέπλεκα μαλλιά
Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά

Παιδί μέ τό λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό
Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων τό απλησίαστο
Πενθώ τό ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος.


ΙΙΙ.

Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα

Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή σεντόνια


Νά μαδάω γιασεμιά --κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε

Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
Πάντα εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.

ΙV.

Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ’ακούς
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα, μ’ακούς
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό,μ’ακούς
Μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει,μ’ακούς


Είμ’εγώ,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,μ’ακούς
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας,μ’ακούς
Πού μ’αφήνεις,πού πάς καί ποιός,μ’ακούς

Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς

Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
Θά’ρθει μέρα,μ’ακούς
Νά μάς θάψουν , κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα,μ’ακούς
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά,μ’ακούς
Τών ανθρώπων
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει

Στά νερά ένα ένα , μ’ακούς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ’ακούς
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία,μ’ακούς
Όπου κάποτε οί φιγούρες
Τών Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό,μ’ακούς
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ’ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω ,μ’ακους
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί,μ’ακούς

Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ακούς
Τής αγάπης
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
Καί δέν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς,μ’ακούς
Σ’άλλη γή,σ’άλλο αστέρι,μ’ακούς
Δέν υπάρχει τό χώμα , δέν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε,ο ίδιος,μ’ακούς

Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες,μ’ακούς
Νά τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς,μ’ακούς
Μές στή μέση τής θάλασσας
Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης,μ’ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί,μ’ακούς
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου,άκου
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει -- ακούς;
Είμ’εγώ πού φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,σ’αγαπώ,μ’ακούς.

V.

Γιά σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
Μέ σοφές παραμάνες καί μ’αντάρτες απόμαχους


Από τί νά’ναι πού έχεις τή θλίψη του αγριμιού
Τήν ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Καί γιατί,λέει,νά μέλει κοντά σου νά’ρθω
Πού δέν θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό

Καί γιά σένα κανείς δέν είχε ακούσει
Γιά σένα ούτε τό δίκταμο ούτε τό μανιτάρι
Στά μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα
Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί τό χέρι

Πιό δω,πιό κεί,προσεχτικά σ’όλα τό γύρο
Του γιαλού του προσώπου,τούς κόλπους,τά μαλλιά
Στό λόφο κυματίζοντας αριστερά

Τό σώμα σου στή στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου
Βυθού,μέσα στό σπίτι μέ τό σκρίνιο τό παλιό
Τίς κίτρινες νταντέλες καί τό κυπαρισσόξυλο
Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς
Ψηλά στό δώμα ή πίσω στίς πλάκες της αυλής
Μέ τ’άλογο του Αγίου καί τό αυγό της Ανάστασης

Σάν από μιά τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
Νά χωράς στό κεράκι τή στεντόρεια λάμψη τήν ηφαιστειακή

Πού κανείς νά μήν έχει δεί καί ακούσει
Τίποτα μές στίς ερημιές τά ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στόν αυλόγυρο
Γιά σένα,ούτε η γερόντισσα ν’όλα της τά βοτάνια

Γιά σένα μόνο εγώ,μπορεί,καί η μουσική
Πού διώχνω μέσα μου αλλ’αυτή γυρίζει δυνατότερη
Γιά σένα τό ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Τό στραμμένο στό μέλλον με τόν κρατήρα κόκκινο
Γιά σένα σάν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Πού βρίσκει μές στό σώμα καί πού τρυπάει τή θύμηση
Καί νά τό χώμα,νά τά περιστέρια,νά η αρχαία μας γή.


VI.

Έχω δεί πολλά καί η γή μές’απ’τό νού μου φαίνεται ωραιότερη
Ώραιότερη μές στούς χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή,ωραιότερα
Τά μπλάβα των ισθμών καί οί στέγες μές στά κύματα
Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τά βουνά
τής θάλασσας

Έτσι σ’έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
Νά’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μές στό αυλάκι που τό πέρασμα σου αφήνει
Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί

Καί νά παίζει μέ τ’άσπρο καί τό κυανό η ψυχή μου !

Νίκη,νίκη όπου έχω νικηθεί
Πρίν από τήν αγάπη καί μαζί
Γιά τή ρολογιά καί τό γκιούλ-μπιρσίμι
Πήγαινε,πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί

Μόνος καί άς είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί
νεογέννητο
Μόνος,καί ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος,ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο !


VII.

Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί


Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα

Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερό
και μισή να σε κλαίω μές στόν Παράδειο.

                                                                                                        
                                                               Οδυσσέας Ελύτης
                                                                 "Το μονόγραμμα"

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

Κρυφτό συναισθημάτων...

                                          http://www.youtube.com/watch?v=13EifDb4GYs

Μια μέρα, συγκεντρώθηκαν σε κάποιο μέρος της γης όλα τα συναισθήματα και όλες οι αξίες του ανθρώπου. Η Τρέλα αφού συστήθηκε 3 φορές στην Ανία, της πρότεινε να παίξουν κρυφτό. Το Ενδιαφέρον σήκωσε το φρύδι και περίμενε να ακούσει ενώ η Περιέργεια χωρίς να μπορεί να κρατηθεί ρώτησε: 'Τι είναι το κρυφτό;' Ο Ενθουσιασμός άρχισε να χορεύει παρέα με την Ευφορία, και η Χαρά άρχισε να πηδάει πάνω κάτω για να καταφέρει να πείσει το Δίλημμα και την Απάθεια -την οποία δεν την ενδιέφερε ποτέ τίποτα- να παίξουν κι αυτοί. Αλλά υπήρχαν πολλοί που δεν ήθελαν να παίξουν: Η Αλήθεια δεν ήθελε να παίξει γιατί ήξερε ότι ούτως ή άλλως κάποια στιγμή θα την αποκάλυπταν, η Υπεροψία έβρισκε το παιχνίδι χαζό και η Δειλία δεν ήθελε να ρισκάρει. 
 'Ένα, δύο, τρία," άρχισε να μετράει η Τρέλα. Η πρώτη που κρύφτηκε ήταν η Τεμπελιά. Μιας και βαριόταν κρύφτηκε στον πρώτο βράχο που συνάντησε. Η Πίστη πέταξε στους ουρανούς και η Ζήλια κρύφτηκε στην σκιά του Θριάμβου, ο oποίος με την δύναμη του κατάφερε να σκαρφαλώσει στο πιο ψηλό δέντρο. Η Γενναιοδωρία δεν μπορούσε να κρυφτεί γιατί κάθε μέρος που έβρισκε της φαινόταν υπέροχο μέρος για να κρυφτεί κάποιος άλλος φίλος της, οπότε την άφηνε ελεύθερη για να την πάρει κάποιος άλλος. Και έτσι η Γενναιοδωρία κρύφτηκε σε μια ηλιαχτίδα. Ο Εγωισμός αντιθέτως βρήκε αμέσως κρυψώνα. Ένα καλά κρυμμένο και βολικό μέρος μόνο για αυτόν. Το Ψέμα πήγε και κρύφτηκε στον πάτο του ωκεανού. Το Πάθος και ο Πόθος κρύφτηκαν μέσα σε ένα ηφαίστειο. Ο Έρωτας δεν είχε βρει ακόμη κάπου να κρυφτεί. Έβρισκε όλες τις κρυψώνες πιασμένες, ώσπου βρήκε ένα θάμνο από τριαντάφυλλα και κρύφτηκε εκεί. 
  "....1000", μέτρησε η Τρέλα και άρχισε να ψάχνει. Την πρώτη που βρήκε ήταν η Τεμπελιά αφού δεν είχε κρυφτεί και πολύ μακριά. Μετά βρήκε την Πίστη που μίλαγε στον ουρανό με τον Θεό για θεολογία. Ένιωσε τον 'ρυθμό του Πόθου και του Πάθους στο βάθος του ηφαιστείου και αφού βρήκε την Ζήλια δεν ήταν καθόλου δύσκολο να βρει και τον Θρίαμβο. Βρήκε πολύ εύκολα το Δίλημμα που δεν είχε ακόμη αποφασίσει που να κρυφτεί. Σιγά-σιγά τους βρήκε όλους εκτός από τον Έρωτα. Η Τρέλα έψαχνε παντού, πίσω από κάθε δένδρο, κάτω από κάθε πέτρα, σε κάθε κορφή βουνού, μα τίποτα. Όταν ήταν σχεδόν έτοιμη να τα παρατήσει βρήκε ένα θάμνο από τριαντάφυλλα και άρχισε να τον κουνάει νευρικά ώσπου άκουσε ένα βογκητό πόνου. Ήταν ο Έρωτας που τα αγκάθια από τα τριαντάφυλλα του είχαν πληγώσει τα μάτια. Η Τρέλα δεν ήξερε πως να επανορθώσει. Έκλαιγε, ζήταγε συγνώμη και στο τέλος υποσχέθηκε να γίνει ο οδηγός του Έρωτα.
 Κι έτσι από τότε ο Έρωτας είναι πάντα τυφλός και η Τρέλα πάντα τον συνοδεύει...

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2013

Οι αποστάσεις της καρδιάς...

 http://www.youtube.com/watch?v=Dyo4tNwNIvQ
 Μια μέρα, ένας σοφός Ινδός, έκανε την παρακάτω ερώτηση στους μαθητές του:
- "Μπορεί κάποιος να μας πει γιατί οι άνθρωποι ουρλιάζουν όταν εξοργίζονται; "
- "Γιατί χάνουν την ηρεμία τους!" απάντησε ο ένας.
-" Μα γιατί πρέπει να ξεφωνίζουν παρότι ο άλλος βρίσκεται δίπλα τους;" ρωτά ο σοφός.
- "Ξεφωνίζουμε, όταν θέλουμε να μας ακούσει ο άλλος", είπε ένας άλλος μαθητής. 

Τότε ο δάσκαλος επανήλθε στην ερώτηση: - "Δεν είναι δυνατόν  δηλαδή να του μιλήσει με χαμηλή φωνή; "
Διάφορες απαντήσεις δόθηκαν αλλά.. καμία δεν ικανοποίησε τον δάσκαλο.
- "Ξέρετε γιατί ουρλιάζουμε κυριολεκτικά όταν είμαστε θυμωμένοι; Γιατί όταν θυμώνουν δύο άνθρωποι, οι καρδιές τους απομακρύνονται πολύ… και για να μπορέσει ο ένας να ακούσει τον άλλο θα πρέπει να φωνάξει δυνατά, για να καλύψει την απόσταση… Όσο πιο οργισμένοι είναι, τόσο πιο δυνατά θα πρέπει να φωνάξουν για να ακουστούν. Ενώ αντίθετα τι συμβαίνει όταν είναι ερωτευμένοι; Δεν έχουν ανάγκη να ξεφωνίσουν, κάθε άλλο, μιλούν σιγανά και τρυφερά. Γιατί; Επειδή οι καρδιές τους είναι πολύ πολύ κοντά. Η απόσταση μεταξύ τους είναι ελάχιστη. Μερικές φορές είναι τόσο κοντά που δεν χρειάζεται ούτε καν να μιλήσουν… παρά μονάχα ψιθυρίζουν. Και όταν η αγάπη τους είναι πολύ δυνατή δεν είναι αναγκαίο ούτε καν να μιλήσουν, τους αρκεί να κοιταχθούν. Έτσι συμβαίνει όταν δύο άνθρωποι που αγαπιούνται πλησιάζουν ο ένας προς τον άλλον "

Στο τέλος ο Σοφός είπε συμπερασματικά: -" Όταν συζητάτε μην αφήνετε τις καρδιές σας να απομακρυνθούν, μην λέτε λόγια που σας απομακρύνουν, γιατί θα φτάσει μια μέρα που η απόσταση θα γίνει τόσο μεγάλη που δεν θα βρίσκουν πια τα λόγια σας τον δρόμο του γυρισμού."





Ψάχνοντας διάφορα (ως συνήθως) χθες στο διαδίκτυο έπεσα πάνω σε αυτό το μικρό κείμενο και συνειδητοποίησα πως ίσως, καμιά φορά τελικά, με μια απλή και μόνο αλληγορία να καταφέρεις να εκφράσεις πράγματα που με κάθε άλλο τρόπο θα ήταν δύσκολο να τα πεις. Πόσο σημαντική τελικά μπορεί να είναι η σιωπή ανάμεσα σε δυο άτομα και πόσα πολλά μπορεί να εκφράσει. Υπάρχουν φορές που η σιωπή μπορεί να σε πονέσει, να σε φοβίσει ακόμα και να σε τσακίσει. Όμως άλλες μπορεί να προσφέρει μια περίεργη γαλήνη και να σε κάνει να αισθάνεσαι πιο ευτυχισμένος από ποτέ. Πραγματικά ζηλεύω καλοπροαίρετα όσους καταφέρνουν να ζουν μόνο το δεύτερο. Είναι τρομερό να μπορείς να συνεννοείσαι με τους ανθρώπους γύρω σου μόνο με ένα βλέμμα και να αποφεύγεις τους καβγάδες και τους τσακωμούς. Ποτέ δε μου άρεσαν οι τσακωμοί. Και δε μιλάω για τους ασήμαντους, τα παιχνίδια. Αναφέρομαι στους σοβαρούς. Σ' αυτούς που δεν ελέγχουμε τους εαυτούς μας. Σ' αυτούς που πληγώνουμε και μας πληγώνουν. Εκείνη τη στιγμή άλλοι παράγοντες είναι αυτοί που μας ελέγχουν (θυμός, απογοήτευση, απώλεια, λύπη, στενοχώρια, απελπισία και κάποιες φορές όλα αυτά μαζί) γι' αυτό και δε συνειδητοποιούμε το τι μπορεί να πούμε. Από τη μια είναι καλό φυσικά γιατί αφήνουμε τους εαυτούς μας να εκφραστούν, όμως ειδικά στις περιπτώσεις που ξεσπάμε το θυμό μας, καλό θα ήταν να προσπαθήσουμε να τρέξουμε λίγο στο μυαλό μας και να βεβαιωθούμε ότι σίγουρα θα θέλαμε να πούμε αυτό που σκεφτόμασταν. Πριν να είναι αργά. Γιατί έτσι θα μπορούσες να αποφύγεις πολλά. Εξ' άλλου μην ξεχνάς ότι με τους τσακωμούς πάντα χάνεις το δίκιο σου. Προτίμησε να συζητήσεις για ότι σε προβληματίζει. Ίσως να βρεις λύση και να λύσεις το πρόβλημα σου ή απλά να το παλέψεις για λίγο ακόμα. Όσο χρειαστεί για να καταλάβεις. Ίσως πάλι να μην οδηγηθείς και πουθενά. Απλά να συνειδητοποιήσεις ότι έφτασε το τέλος... ένα τέλος που έπρεπε να έχει μπει από καιρό.. Το μόνο που έχεις να κάνεις τότε είναι να προχωρήσεις τη ζωή σου παρακάτω.Βεβαιώσου ωστόσο, ότι θα το έχεις κάνει όμως με το κεφάλι ψηλά. Ότι η δική σου στάση δεν άλλαξε και παρέμεινες καθ' όλη την πορεία ο εαυτός σου. Ήσουν αληθινός και αυτό είναι που στο τέλος θα έχει σημασία...

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

Μαθαίνεις...

Μετά από λίγο μαθαίνεις την ανεπαίσθητη διαφορά, ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι και να αλυσοδένεις μια ψυχή.
Και μαθαίνεις πως Αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι...
Και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια...
... Και αρχίζεις να μαθαίνεις πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις...
Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα...
Με τη χάρη μιας γυναίκας και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού.

Και μαθαίνεις να φτιάχνεις όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα...
Γιατί το έδαφος του Αύριο είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια...και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.

Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις…
Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου μπορεί να σου κάνει κακό.
Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ, αντί να περιμένεις κάποιον να σου φέρει λουλούδια.

Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις...
Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη...
Και ότι, αλήθεια, αξίζεις.

Και μαθαίνεις… μαθαίνεις...

Με κάθε αντίο μαθαίνεις.

                                                                                                                 Χόρχε Λούις Μπόρχες 

Απωθημένα...




http://www.youtube.com/watch?v=DbuD0-UX4ew


  Υπάρχουν πολλά είδη ανθρώπων. Ο καθένας από αυτούς σκέφτεται και ενεργεί με το δικό του προσωπικό τρόπο. Η συμπεριφορά των ατόμων, μπορεί να οφείλεται σε πολλούς παράγοντες. Όπως για παράδειγμα τον τρόπο που έχει ανατραφεί ή τις εμπειρίες που έχει αποκομίσει στη ζωή του. Ή τις επιλογές που έχει κάνει. Ακόμη και οι άνθρωποι που έχει συναντήσει μπορεί με τον τρόπο τους να έχουν συμβάλλει στο να αλλάξει ο άνθρωπος.Τα βιώματα που κέρδισε από δική του επιλογή  ή αυτά που απλώς του έτυχαν. Τις ευκαιρίες που μπορεί να αξιοποίησε ή να έχασε. Όλα αυτά πάντοτε συνοδεύονται από μια σειρά συναισθημάτων που συντροφεύουν και δίνουν αυτό το χρώμα στη ζωή μας. Μας κάνουν να εκφράζουμε αυτό που σε κάθε περίπτωση συμβαίνει μέσα μας. Να εξωτερικεύουμε όσα αισθανόμαστε. Και όχι απαραίτητα λεκτικά κάθε φορά, γιατί τα συναισθήματα μπορούν απλά να γίνουν ορατά μόνο και μόνο από τη γλώσσα του σώματος του ατόμου. Και μερικές φορές να ξέρουν να κρυφτούν τόσο καλά που και εμείς οι ίδιοι να μην διαισθανόμαστε την ύπαρξη τους. 
  Μερικά συναισθήματα πολλές φορές τείνουμε να θέλουμε να τα αποφύγουμε και κατά συνέπεια να αποκλείσουμε έξω από το μυαλό μας τις καταστάσεις που μας τα προκάλεσαν. Δεν θέλουμε να θυμόμαστε. Και τα κρύβουμε στα βαθύτερα στρώματα της λήθης. Στο βάθος της ύπαρξης μας, οι περισσότεροι άνθρωποι κρύβουμε ή κυριολεκτικά θάβουμε αυτά που μας πονάνε όταν τ’ αγγίζουμε. Με άλλα λόγια τ’ απωθούμε. Προσπαθούμε να γυρίσουμε στη νέα μας σελίδα και ν' αφήσουμε πίσω την παλιά, τη δυσάρεστη. Συχνά δεν ξέρουμε και τι άλλο καλύτερο να κάνουμε. Ή δεν μπορούμε, να κάνουμε κάτι άλλο. 
   Όμως αυτό είναι το σημείο στο οποίο κάνουμε ένα από τα μεγαλύτερα μας λάθη. Γιατί ας μην ξεχνάμε ότι αυτά καραδοκούν και εμφανίζονται εκεί που δε τα περιμένεις.
  Οι σελίδες αυτές που προσπαθούμε να κρύψουμε ή να ξεχάσουμε, είναι κομμάτι του δικού μας βιβλίου (της ζωής μας), είναι κομμάτια του εαυτού μας και ανήκουν σε μας! Τα κομμάτια μας που απωθούμε δεν χάνονται, αλλά επηρεάζουν τη συμπεριφορά μας καθοριστικά, συχνά πολύ ουσιαστικότερα απ’ όσο συνειδητοποιούμε, με τρόπους έμμεσους που δε γίνονται άμεσα αντιληπτοί ούτε ακόμα και από εμάς τους ίδιους.
   Η λέξη απωθημένο κρύβει μια επιθυμία που δεν εκπληρώθηκε. Κάποιοι έχουν μόνο μια και άλλοι πολλές περισσότερες, άρα το απωθημένο το κουβαλούν σε πληθυντικό αριθμό. Λόγια που ποτέ δεν είπαμε, χαμένες ευκαιρίες, όνειρα που δεν τολμήσαμε να πραγματοποιήσουμε και ατέλειωτες σκέψεις με εικασίες για το τί θα γινόταν αν τολμούσαμε την στιγμή που έπρεπε. Μερικοί πιστεύουν πως τα απωθημένα δημιουργούνται καθαρά από δειλία. Ίσως ακόμη αδυναμία διεκδίκησης των "θέλω" μας. Όντως μπορεί να υπάρχουν κάποιες επιθυμίες μας που φανήκαμε δειλοί απέναντί τους και δεν τις πραγματοποιήσαμε. Δεν είναι όμως πάντα έτσι. Υπάρχουν και απωθημένα που δεν υπήρχαν οι κατάλληλες ευκαιρίες ώστε να είναι εφικτή η πραγμάτωσή τους. Που λόγω καταστάσεων δεν μπορούσαμε να κάνουμε και την ανάλογη πράξη. Αυτά ίσως να μας βασανίζουν πιο πολύ. Εκείνα που οι συνθήκες δεν σε αφήνουν να τα φτάσεις, να γίνουν η αλήθεια σου, πονάνε διπλά.
 Γιατί τα απωθημένα ζουν από την μνήμη. Την ανάμνηση ουσιαστικά που πήγε να πραγματοποιηθεί αλλά δεν τα κατάφερε. Και εδώ είναι ίσως το κλειδί της ιστορίας. Η ανάμνηση του ανεκπλήρωτου περιφέρεται συνεχώς  στο μυαλό μας με την εικόνα της τελειότητας και δημιουργεί τον μύθο. Έναν μύθο που δημιουργούμε μόνοι μας αφού πιστεύουμε πως εκείνο το "αν" θα μας είχε προσφέρει ενδεχομένως, κάτι καλύτερο από αυτό που ζούμε. Δεν είναι άλλωστε λίγα εκείνα τα απωθημένα που πραγματοποιήθηκαν και συνάμα απομυθοποιήθηκαν γιατί τελικά δεν πληρούσαν εκείνη την τελειότητα που είχαμε ως φαντασίωση.
  Δυστυχώς ότι απωθημένο κουβαλάμε μας εμποδίζει ως προς την συναισθηματική μας ωρίμανση και τη διαμόρφωση του χαρακτήρα μας.  Έτσι, οι σχέσεις μας, βάλλονται πολλές φορές από αδυναμία συνεννόησης  και σε  ανύποπτες, ασήμαντες ίσως στιγμές, ξεσπάει ο πόνος ή η οργή που κουβαλάμε. Ο μόνος τρόπος να διαχειριστούμε τα απωθημένα μας είναι να συμφιλιωθούμε μαζί τους, να τα αποδεχτούμε. Όλα ξεκινούν από την αποδοχή. Αυτό σημαίνει πως εφόσον τα αποδεχτήκαμε και προσπαθήσαμε έστω να τα ζήσουμε, μπορούμε να αλλάξουμε και να απελευθερωθούμε από το βάρος τους, γιατί δυστυχώς τα απωθημένα τείνουν να  προσθέτουν ψυχικό βάρος, ιδιαίτερα όταν μετατρέπονται σε  εμμονή. Για αυτό και δεν πρέπει να φοβόμαστε να τα αντιμετωπίζουμε. Πρέπει να βρίσκουμε τη δύναμη να τα ζούμε και να είμαστε πάντοτε έτοιμοι για τις συνέπειες που μπορεί να τα ακολουθήσουν με την εκπλήρωσή τους. Όσο δεν τα αντιμετωπίζουμε τόσο αυτά διογκώνονται και όσο διογκώνονται μας αποτρέπουν να ζήσουμε τη ζωή μας καταπώς θα τη ζούσαμε χωρίς τη σκιά ενός απωθημένου.
  Για να αλλάξει λοιπόν κάτι, χρειάζεται πρώτα να αλλάξεις εσύ. Προτίμησε να έχεις περισσότερες εμπειρίες παρά απωθημένα. Εξάλλου, μη ξεχνάς ότι  τα απωθημένα είναι αυτά που σε πονούν, ενώ οι εμπειρίες σε διδάσκουν και σε βοηθούν να κάνεις ακόμα ένα βήμα προς  το άτομο που προορίζεσαι να γίνεις. Ζήσε τη ζωή σου όπως θα ήθελες και μη φοβάσαι να υποστηρίξεις τις επιλογές σου. Η ζωή δε δίνει πάντα δεύτερες ευκαιρίες γι' αυτό να είσαι σε επιφυλακή! Μη ζεις με τύψεις και μη μετανιώνεις για τίποτα που κάποτε αποτέλεσε επιλογή σου. 
Ποτέ δε ξέρεις πόσο τέλειο μπορεί κάτι να αποδειχτεί στο τέλος. 
Να ζήσουν λοιπόν τα απωθημένα! 



Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

Όνειρο...



 http://www.youtube.com/watch?v=SR0NNl4I7NA
 Είχε στυλώσει το βλέμμα της στο κενό. Φαινόταν πάλι χαμένη. 
Κοιτούσε για άλλη μια φορά αποστασιοποιημένα.

Αυτή η μάσκα είχε πέσει πάλι στο πρόσωπο της. Αισθανόταν ότι προστατευόταν όταν τη φορούσε. Όταν δεν άφηνε κανέναν να την πλησιάσει. Όμως, είχε αρχίσει να την στενοχωρεί που δεν μπορούσε να δείξει στους γύρω της πότε χαμογελάει κρυμμένη πίσω από αυτήν.

Και ήξερε πως αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να μην φαίνονται τα δάκρυά της και να δείχνει δυνατή, αλλά είχε αρχίσει να την φοβίζει που δεν μπορούσε να φωνάξει "Βοήθεια" όταν κάτι την έπνιγε. Όταν ο φόβος αυτός επέστρεφε ξανά.Κι ας ήξερε πως έτσι κατάφερνε να δείχνει πάντα ψύχραιμη και λογική και ήρεμη, είχε αρχίσει να την στενοχωρεί η σκέψη πως κανείς δεν είχε ιδέα πως μοιάζει χωρίς την μάσκα.
Εκείνος τρόμαζε πολύ από την έκφραση της αυτή. Δεν την έβλεπε πια. Δεν την αναγνώριζε καν σαν κάτι ξένο. 
Ήταν απλά εκεί. Απλά μια ύπαρξη που δε του θύμιζε σε τίποτα εκείνο το όμορφο, χαμογελαστό κορίτσι που είχε τόσο αγαπήσει. Ένιωθε ότι κάτι την κατέτρωγε. Της έκλεβε από μέσα της τη ζωή.
Σήμερα το πρωί, ενώ κοιμόταν δίπλα της, εκείνη πετάχτηκε από τον ύπνο της ανήσυχη, σαν κάτι να την πίεζε και να την εμπόδιζε να αναπνεύσει.
Προσπαθούσε να ξαναβρεί την ανάσα της, χωρίς να γίνει πάλι αντιληπτή αλλά εκείνος σύρθηκε κοντά της και την τράβηξε στην αγκαλιά του.Την ένιωθε ακόμη να τρέμει και ένιωσε τόσο δυνατή την επιθυμία να την προστατεύσει αλλά παράλληλα τόσο αδύναμος. Ανήμπορος. Ήξερε ότι μόνο εκείνη μπορούσε να βοηθήσει τον εαυτό της. Προσπάθησε να την κάνει να του αφηγηθεί όλα όσα είχε δει πάλι. Πάλι ο ίδιος εφιάλτης ....
Στην πραγματικότητα ήξερε πως αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να προστατευτεί από όσα τα μυαλό της είχε ονομάσει "κινδύνους". Έπρεπε να τους κατονομάζει και να τους αντιμετωπίζει κάθε φορά από την αρχή. Σαν κάτι το καινούριο. Αυτό τη δυσκόλευε τόσο... Ξαναζουσε όλα εκείνα που της έκοβαν την ανάσα, όλα εκείνα που την έκανα τόσο να φοβάται να ζήσει, να είναι ο εαυτός της. Γι αυτό επέλεγε να μην μιλάει σε κανέναν γι αυτά που έβλεπε. Ακόμα και σε κεινον.

Μόνο που σήμερα αυτή η μάσκα είχε αρχίσει να την στενοχωρεί και να την πιέζει.

Άρχισε να συνειδητοποιεί πόσο πίσω την κρατούσε η μάσκα αυτή, Αναγνώρισε ίσως επιτέλους ότι οι μάσκες την έκαναν αδύναμη - φοβιτσιάρα - ψεύτικη. Στην αρχή ένιωθε προστατευμένη φορώντας τη όμως τώρα, άρχιζε να αισθάνεται την ψύχρα της μοναξιάς. την χτυπούσε πια σε όλο της το κορμί και αυτό την τρόμαξε περισσότερο από κάθε τι άλλο. Βαρέθηκε! Δε το ήθελε πλέον αυτό. Αποφάσισε να του ανοιχτεί. Πλέον ήξερε ότι ήταν εκεί γι αυτήν.

Χώθηκε στην αγκαλιά του και άρχισε να του λέει τι είδε στο όνειρο της.

" Ήμουν μόνη σε μία παραλία. Ο καιρός ήταν ζεστός και ο ήλιος έλαμπε στον καταγάλανο ουρανό. Τα άσπρα σύννεφα έμοιαζαν να παίζουν μεταξύ τους παίρνοντας κάθε λογής σχήμα και εγώ τα κοίταζα χαμογελώντας και προσπαθούσα να μαντέψω τι παρίσταναν αυτή τη φορά. Φορούσα ένα μακρύ, λινό, άσπρο φόρεμα και ήμουν ξυπόλητη πάνω στη ζεστή άμμο. Τα μαλλιά μου ήταν σγουρά και πάνω τους υπήρχαν μικροσκοπικά άσπρα ανθάκια διάσπαρτα μέσα στα μαλλιά μου.Άκουγα τον ήχο της θάλασσας και τα πουλιά που κελαηδούσαν και για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό αισθάνθηκα ελεύθερη και τίποτα δεν με βασάνιζε...

Ξαφνικά, στο βάθος του ορίζοντα, έπεσε μια τρομακτική αστραπή και με μιας τα πάντα γύρω μου σκοτείνιασαν. Ο ουρανός γέμισε με μεγάλα μαύρα και γκρι σύννεφα. Η υπέροχη καλοκαιρινή μέρα έδωσε τη θέση της σε μια τρομακτική χειμωνιάτικη μέρα.Κρύωνα τόσο πολύ και φοβόμουν.Ο άνεμος έφερε μια ισχυρή τρικυμία. Τα κύματα έσκαγαν με φόρα πάνω στα βράχια και η όχθη της παραλίας φαινόταν άσπρη πια. Άκουγα το σφύριγμα του αέρα μέσα απο τις σπηλιές και ένιωσα να ανατριχιάζω ολόκληρη.Ήθελα να φύγω απο κει όσο πιο γρήγορα μπορούσα όμως για κάποιο λόγο δε μπορούσα να κουνήσω τα πόδια μου....

Τότε σαν να μπορούσα να με δω ως κάποιος άλλος, είδα το πρόσωπο μου να παγώνει. Να νεκρώνει. Η έκφραση μου ήταν κενή και άρχισα να περπατάω προς τη θάλασσα με αργά αλλά σταθερά βήματα. Δεν έλεγχα πλέον το κορμί μου, κινούταν σαν απο μόνο του. Ήμουν ένας απλός θεατής σε όλα αυτά. Ανήμπορη να με βοηθήσω...Ανήμπορη να με σταματήσω...
Έμπαινα πια μέσα στη θάλασσα. Το φόρεμα μου είχε αρχίσει να γίνεται μούσκεμα αλλά δε με ένοιαζε. Δεν κρύωνα πια. Δεν ένιωθα τίποτα. Απλά προχωρούσα. Μια φωνή πίσω μου, μου φώναζε να σταματήσω. Να γυρίσω πίσω ή να περιμένω να έρθει να με πάρει. Αρκεί να σταματούσα. Δεν άκουσα όμως. Δεν μπορούσα να ακούσω. Συνέχιζα να προχωράω στη θάλασσα μέχρι που το νερό με κάλυψε ολόκληρη. Δεν μπορούσα να δω το σώμα μου. Δε μπορούσα να με εντοπίσω. Έβλεπα μόνο το νερό. Τότε με είδα. Βυθιζόμουν αργά με τα μάτια μου κλειστά δίπλα μου. Ήμουν τόσο απαθής, τόσο παραδομένη σε αυτό που μου συνέβη. Άρχισα να ουρλιάζω μόλις το σώμα μου πέρασε από δίπλα μου. Ήμουν τόσο ακίνητη, τόσο παγωμένη. Και τότε άνοιξα τα μάτια μου και ένιωσα να πνίγομαι. Το νερό δεν με άφηνε να αναπνεύσω και ένιωθα κάθε κύτταρο του κορμιού μου να πολεμά για τη σωτηρία. Όμως μάταια... Χρειάστηκαν μόνο μερικά λεπτά και μετά από λίγο έγινα άκαμπτη. το σώμα μου έπαψε να κινήται για πάντα.. " 
Τελειώνοντας την αφήγηση της γύρισε και τον κοίταξε. Αυτό την έκανε να ξυπνήσει έτσι λοιπόν. Τόσο τρομαγμένη. Την έσφιξε πάνω του και τότε ένιωσε μέσα της μια μικρή φλόγα. Ένα αίσθημα αισιοδοξίας που είχε καιρό να νιώσει. Την καταλάβαινε από την αρχή και με την επιμονή του την έκανε να συνειδητοποιήσει και εκείνη πως στο πρόσωπο του είχε ένα σύμμαχο. Κάποιον τον οποίο μπορούσε να τον εμπιστευθεί και να ρίξει τη μάσκα της. Μπορούσε πάλι να είναι ο εαυτός της. Του χαμογέλασε και χώθηκε στην αγκαλιά του.



Καμιά φορά όλοι μας τείνουμε να επιστρατεύουμε κάθε λογής μάσκες. Και ξέρω ότι όταν τις πρωτοβάλαμε,δεν είχαμε την πρόθεση να κοροϊδέψουμε κανέναν.
'Ισως μόνο λίγο τον εαυτό μας. 
Και τις θέλαμε όντως για προστασία. Για όσα φοβόμασταν κατά καιρούς. Όμως να σου εκμυστηρευτώ κάτι?

Ανυπομονώ για την στιγμή που θα αρχίσουν να σε στενοχωρούν και να σε πιέζουν και θα θες επιτέλους να τις ξεφορτωθείς. Ανυπομονώ για την καινούρια σου εποχή!
Φυσικά θα είναι δύσκολο να βγάλεις τα κομμάτια της μάσκας απο πάνω σου. Θα σε πονάνε καθως τα ξεφορτώνεσαι.Ίσως να φοβηθείς και λίγο. Μπορεί και πολύ. Όμως ζήτα μια αγκαλιά. Είναι τόσοι οι άνθρωποι γύρω σου που θέλουν να σου σταθούν. Άντεξε! Θα είσαι πλέον ο εαυτός σου. Χωρίς μάσκες. Θα είσαι εσύ...

http://www.youtube.com/watch?v=sOWjLa4AsPk